Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα για να ενισχύσει τον
θεσμό της αναδοχής. Υπάρχει πλέον ειδικό επίδομα, υπάρχουν εργασιακά
δικαιώματα, οι ανάδοχοι γονείς αναγνωρίζονται στα προγράμματα για παιδικούς
σταθμούς και ΚΔΑΠ.
Κι όμως, πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει μια σημαντική αντίφαση.
Η Πολιτεία ζητά από έναν πολίτη να ανοίξει το σπίτι του και τη ζωή του σε ένα παιδί
που χρειάζεται προστασία, σταθερότητα και φροντίδα. Όμως, όταν η οικογένεια αυτή
χρειάζεται τις υπηρεσίες που θα κάνουν αυτή τη φροντίδα πραγματικά εφικτή, η
αναδοχή συχνά παύει να αποτελεί ξεχωριστή παράμετρο.
Και εδώ αρχίζει η γκρίζα ζώνη.
Υπάρχει επίδομα. Αλλά η αναδοχή δεν είναι μόνο επίδομα.
Ο ΟΠΕΚΑ προβλέπει ειδικό επίδομα αναδοχής ύψους 525 ευρώ τον μήνα για παιδί
τυπικής ανάπτυξης και 750 ευρώ για παιδί με αναπηρία, χωρίς εισοδηματικό
κριτήριο.
Είναι ένα σημαντικό μέτρο και δεν πρέπει να υποτιμάται. Όμως η αναδοχή δεν είναι
μια οικονομική συναλλαγή. Δεν είναι «παίρνω ένα επίδομα και αναλαμβάνω ένα
παιδί». Είναι καθημερινή φροντίδα. Είναι σχολείο, γιατροί, θεραπείες, μετακινήσεις,
εργασία, χρόνος, ψυχική αντοχή, σχέσεις με υπηρεσίες και, σε αρκετές περιπτώσεις,
διαχείριση μιας δύσκολης ιστορίας που το παιδί κουβαλά μαζί του.
Για αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δίνει το κράτος.
Είναι πόσο εύκολη κάνει τη ζωή μιας ανάδοχης οικογένειας.
Voucher: δικαίωμα συμμετοχής, όχι απαραίτητα προτεραιότητα.
Οι ανάδοχοι γονείς περιλαμβάνονται στους δικαιούχους των προγραμμάτων της
ΕΕΤΑΑ για παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, καθώς και για ΚΔΑΠ. Αυτό
είναι θετικό. Όμως το γεγονός ότι κάποιος έχει δικαίωμα να υποβάλει αίτηση δεν
σημαίνει ότι έχει και προτεραιότητα.
Στα κριτήρια μοριοδότησης των προγραμμάτων, η ιδιότητα του ανάδοχου γονέα δεν
εμφανίζεται ως αυτοτελές κριτήριο που να δίνει επιπλέον μόρια ή προτεραιότητα. Η
κατάταξη βασίζεται σε άλλα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Και εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα:
Αν η Πολιτεία θεωρεί την αναδοχή βασικό εργαλείο για την
αποϊδρυματοποίηση και την προστασία των παιδιών, γιατί η ανάδοχη
οικογένεια δεν έχει αντίστοιχη προτεραιότητα στις υπηρεσίες φροντίδας που
χρειάζεται καθημερινά;
Το 2026–2027, μάλιστα, δεκάδες χιλιάδες παιδιά έμειναν εκτός voucher ΚΔΑΠ λόγω
εξάντλησης του διαθέσιμου προϋπολογισμού.
Άρα το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Όταν οι θέσεις δεν επαρκούν, η ερώτηση του
ποιος προηγείται γίνεται πραγματική.
Και στην υγεία;
Το ανάδοχο παιδί έχει ασφαλιστική και ιατροφαρμακευτική κάλυψη, όπως προβλέπει
το θεσμικό πλαίσιο. Υπάρχουν επίσης οι γενικοί μηχανισμοί του ΕΟΠΥΥ για ειδικές
θεραπείες και άλλες υπηρεσίες. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από ένα οργανωμένο
σύστημα που θα αναγνωρίζει την αναδοχή στην πράξη. Γιατί ένα παιδί μπορεί να
χρειάζεται παιδοψυχιατρική παρακολούθηση, ψυχοθεραπεία, λογοθεραπεία,
εργοθεραπεία, αναπτυξιακή αξιολόγηση ή άλλες υπηρεσίες.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν «δικαιούται» να τις λάβει.
Το ερώτημα είναι:
Πόσο γρήγορα μπορεί να τις λάβει;
Και πόσο πρέπει να παλέψει ένας ανάδοχος γονέας για να βρει διαθέσιμη υπηρεσία,
ραντεβού, θεραπευτή και χρηματοδότηση;
Η αναδοχή αναγνωρίζεται ως θεσμός παιδικής προστασίας. Δεν φαίνεται όμως να
υπάρχει ένα αντίστοιχα ολοκληρωμένο σύστημα άμεσης πρόσβασης στις υπηρεσίες
που μπορεί να χρειαστεί ένα παιδί μετά την τοποθέτησή του σε ανάδοχη οικογένεια.
Η Πολιτεία αξιολογεί τον ανάδοχο. Ποιος αξιολογεί τη στήριξή του;
Πριν από την αναδοχή, το κράτος εξετάζει την καταλληλότητα της οικογένειας. Η
κοινωνική έρευνα εξετάζει την οικογενειακή κατάσταση, τις δυνατότητες των
υποψήφιων αναδόχων, την ικανότητά τους να διαχειριστούν κρίσεις και την
πιθανότητα να συνεργαστούν με τη βιολογική οικογένεια του παιδιού.
Δηλαδή η Πολιτεία γνωρίζει πολύ καλά ότι η αναδοχή δεν είναι μια απλή υπόθεση.
Γνωρίζει ότι μπορεί να απαιτήσει χρόνο, αντοχή, συνεργασία με υπηρεσίες και
διαχείριση κρίσεων. Κι όμως, μετά την τοποθέτηση του παιδιού, δεν βλέπουμε ένα
αντίστοιχα ενιαίο και αυτόματο «πακέτο» υποστήριξης της ανάδοχης οικογένειας.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κενό.
Το κράτος εξετάζει αν μια οικογένεια είναι έτοιμη να γίνει ανάδοχη. Πόσο έτοιμο
είναι όμως το ίδιο το κράτος να στηρίξει αυτή την οικογένεια όταν η αναδοχή
ξεκινήσει;
Στην εργασία έχουν γίνει βήματα
Οι ανάδοχοι γονείς αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι γονικής άδειας και επιδόματος
γονικής άδειας. Υπάρχουν επίσης ειδικές προβλέψεις για την άδεια μητρότητας στην
περίπτωση εργαζόμενης που γίνεται ανάδοχος. Αυτό δείχνει ότι η Πολιτεία έχει
αναγνωρίσει κάτι σημαντικό:
η αναδοχή απαιτεί χρόνο.
Το ίδιο όμως θα έπρεπε να αποτυπώνεται και στις υπηρεσίες που στηρίζουν την
καθημερινότητα της οικογένειας. Γιατί δεν αρκεί να δώσεις στον γονέα χρόνο να
φροντίσει το παιδί, αν την ίδια στιγμή τον αφήνεις να περιμένει μήνες για μια
υπηρεσία που το παιδί χρειάζεται.
Και με την επαγγελματική αναδοχή τι γίνεται;
Τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των επαγγελματιών αναδόχων παραμένει σταθερός.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη ενημέρωσης και
ευαισθητοποίησης στις τοπικές κοινωνίες, αλλά και στις δυσλειτουργίες που
εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τον θεσμό, στις διακοπές πληρωμών και στην
αβεβαιότητα που αυτές δημιουργούν.
Η επαγγελματική αναδοχή ορθώς αντιμετωπίζεται ως επαγγελματική δραστηριότητα.
Αυτό που εξακολουθεί, ωστόσο, να μην αναγνωρίζεται επαρκώς είναι η ιδιαίτερη
κοινωνική και θεραπευτική της διάσταση στην παιδική προστασία.
Ο επαγγελματίας ανάδοχος δεν παρέχει απλώς φιλοξενία και καθημερινή φροντίδα.
Αναλαμβάνει τη φροντίδα παιδιών με σύνθετα τραύματα ή αναπηρίες, τα οποία
μπορεί να χρειάζονται μια μακρά και απαιτητική διαδρομή ιατρικών παρεμβάσεων,
θεραπευτικών προγραμμάτων και εξειδικευμένων υπηρεσιών. Μια διαδρομή που
απαιτεί συνεχή παρουσία, χρόνο, επιμονή, στενή συνεργασία με διαφορετικούς
επαγγελματίες και, πάνω απ’ όλα, τη σταθερότητα ενός ασφαλούς οικογενειακού
περιβάλλοντος.
Αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να ασκείται μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής
αβεβαιότητας.
Απαιτείται σταθερή και διαρκής χρηματοδότηση, με προβλέψιμες πληρωμές, καθώς
και ένα σαφές φορολογικό και νομοθετικό πλαίσιο που θα αναγνωρίζει τις
ιδιαιτερότητες του ρόλου, μέσα από κατάλληλες φορολογικές απαλλαγές και
ευνοϊκότερους όρους για τους επαγγελματίες αναδόχους, που αντιμετωπίζονται σαν
ελεύθεροι επαγγελματίες ανεξαρτήτως του καίριου έργου που παρέχουν στο σύστημα
Παιδικής Προστασίας στην χώρα μας.
Κανείς δεν γίνεται επαγγελματίας ανάδοχος για να κερδίσει χρήματα ιδιαιτέρως στην
Ελλάδα… Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η οικονομική διάσταση του θεσμού είναι
δευτερεύουσα.
Η επάρκεια των πόρων και η οικονομική σταθερότητα είναι απαραίτητες
προϋποθέσεις για την ποιότητα της φροντίδας και την κάλυψη των αναγκών του
παιδιού.
Η φροντίδα ενός παιδιού δεν μπορεί να εξαρτάται από την οικονομική αντοχή του
ανθρώπου που το φροντίζει.
Η αναδοχή δεν χρειάζεται προνόμια. Χρειάζεται συνέπεια και υποδομή.
Ίσως εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης.
Δεν είναι απαραίτητο να ζητάμε «προνόμια» για τους ανάδοχους γονείς.
Ζητάμε συνέπεια.
Αν η Πολιτεία λέει ότι η αναδοχή είναι ένας από τους βασικούς δρόμους για να
μεγαλώνουν τα παιδιά σε οικογενειακό περιβάλλον αντί σε ιδρύματα, τότε πρέπει να
δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ώστε οι οικογένειες που αναλαμβάνουν αυτόν τον
ρόλο να μπορούν πραγματικά να ανταποκριθούν.
Αυτό σημαίνει επίδομα, αλλά όχι μόνο επίδομα.
Σημαίνει πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς και ΚΔΑΠ χωρίς να
αντιμετωπίζεται η αναδοχή απλώς ως μία ακόμη οικογενειακή
κατάσταση.Σημαίνει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και ψυχικής υγείας χωρίς
ατελείωτη αναζήτηση και αναμονή. Σημαίνει κοινωνικές υπηρεσίες που δεν
εμφανίζονται μόνο για να ελέγξουν αν όλα πάνε καλά, αλλά είναι πραγματικά
διαθέσιμες όταν η οικογένεια χρειάζεται βοήθεια.
Σημαίνει ένα κράτος που δεν λέει απλώς στον πολίτη «γίνε ανάδοχος».
Αλλά του λέει:
«Γίνε ανάδοχος. Κι εμείς θα είμαστε δίπλα σου σε όλη τη διαδρομή.»
Δεν χρειάζονται μόνο δράσεις ενημέρωσης. Χρειάζονται λύσεις που
λειτουργούν. Κάθε προσπάθεια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την
αναδοχή είναι σημαντική. Δεν αρκεί όμως.
Δεν μπορούμε να ζητάμε από όλο και περισσότερους πολίτες να εμπιστευτούν
τον θεσμό, να γίνουν ανάδοχοι και να αναλάβουν μια τόσο σημαντική ευθύνη,
αν την ίδια στιγμή δεν τους δείχνουμε στην πράξη ότι υπάρχει ένα σύστημα
στο οποίο μπορούν να στηριχθούν.
Χρειάζονται ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες λύσεις. Λύσεις που δεν θα μένουν σε
μια καμπάνια ενημέρωσης ή σε μια ωραία διατύπωση, αλλά θα
επικοινωνούνται καθαρά στους υποψήφιους αναδόχους και θα εφαρμόζονται
με συνέπεια.
Ο υποψήφιος ανάδοχος πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τι του ζητά το σύστημα,
αλλά και τι μπορεί να περιμένει από αυτό.
Πρέπει να μπορεί να εμπιστευτεί τους επαγγελματίες που θα τον
συνοδεύσουν. Να γνωρίζει ποιος είναι ο αρμόδιος όταν προκύψει ένα
πρόβλημα. Να ξέρει ποιες υπηρεσίες υπάρχουν, πώς θα έχει πρόσβαση σε
αυτές και μέσα σε ποιο χρονικό διάστημα.
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με συνθήματα.
Χτίζεται όταν αυτά που λέμε στους ανθρώπους πριν γίνουν ανάδοχοι
συμφωνούν με αυτά που συναντούν όταν γίνουν ανάδοχοι.
Αν λέμε ότι η αναδοχή είναι προτεραιότητα, πρέπει να φαίνεται στις
υπηρεσίες.
Αν λέμε ότι ο ανάδοχος δεν είναι μόνος του, πρέπει να υπάρχει κάποιος εκεί
όταν πραγματικά χρειάζεται βοήθεια.
Αν λέμε ότι θέλουμε περισσότερες οικογένειες να ανοίξουν την πόρτα τους σε
ένα παιδί, πρέπει πρώτα να έχουμε ανοίξει εμείς τις πόρτες του συστήματος.
Διαφορετικά δημιουργούμε έναν φαύλο κύκλο.
Επενδύουμε στην ενημέρωση, καλούμε τους πολίτες να εμπιστευτούν την
αναδοχή, κάποιοι ανταποκρίνονται, και στη συνέχεια βρίσκονται αντιμέτωποι
με δυσκολίες που δεν είχαν προβλεφθεί ή δεν είχαν επικοινωνηθεί επαρκώς.
Η απογοήτευση τότε δεν αφορά μόνο μια οικογένεια. Αφορά την αξιοπιστία
ολόκληρου του θεσμού. Και τελικά, αντί να προωθούμε την αναδοχή,
κινδυνεύουμε να την υπονομεύουμε οι ίδιοι.
Η αναδοχή δεν χρειάζεται μόνο περισσότερη προβολή. Χρειάζεται
περισσότερη συνέπεια ανάμεσα σε αυτά που υποσχόμαστε και σε αυτά που
μπορούμε πραγματικά να προσφέρουμε.
Γιατί αν θέλουμε οι άνθρωποι να εμπιστευτούν την αναδοχή, πρέπει πρώτα να
μπορούν να εμπιστευτούν το σύστημα που την στηρίζει.